Όταν η σχέση με τους γονείς γίνεται δύσκολη: κατανόηση, όρια και φροντίδα στην ενήλικη ζωή

Συχνά βλέπω άτομα στο γραφείο μου που, ενώ αγαπούν πολύ τους γονείς τους, ταυτόχρονα νιώθουν εξάντληση ή εκνευρισμό μαζί τους. Για πολλούς από εμάς, η σχέση με τους γονείς παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα και συναισθηματικά φορτισμένα κομμάτια της ενήλικης ζωής. Ακόμη κι όταν υπάρχει αγάπη, ζεστασιά και καλές προθέσεις, μπορεί να συνυπάρχουν ένταση, κριτική, ενοχές ή ένα διαρκές αίσθημα ότι «πρέπει να κάνω κάτι παραπάνω για να είναι όλοι καλά».

Όλα αυτά δεν είναι υπερβολή, ούτε σημαίνει ότι είμαστε αχάριστοι. Συνήθως σημαίνει ότι η σχέση χρειάζεται περισσότερο χώρο, πιο καθαρά όρια και πιο λειτουργικές ισορροπίες. Τόσο η συστημική όσο και η ψυχοδυναμική οπτική μάς δείχνουν ότι οι πρώιμες σχέσεις με τους γονείς διαμορφώνουν βαθιά τον τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό μας (Bowen, 1978· Winnicott, 1960· Bowlby, 1988).

Κάθε οικογένεια έχει τα δικά της μοτίβα. Κάποιες φορές αυτά είναι υποστηρικτικά και σταθερά, ενώ άλλες γίνονται μπερδεμένα, φορτισμένα ή υπερβολικά απαιτητικά, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα κακή πρόθεση. Τι λοιπόν μπορεί να δυσλειτουργεί;

Σε κάποιες οικογένειες, τα όρια είναι ασαφή και η εγγύτητα υπερβολική, με αποτέλεσμα οι ρόλοι να μην ξεκαθαρίζουν ποτέ πλήρως. Ως παιδιά, μπορεί να μάθαμε να συμπεριφερόμαστε με βάση τα συναισθήματα των γονιών μας, να προσαρμοζόμασταν για να μην τους πληγώσουμε, ακόμη και να διαβάζαμε τη διάθεσή τους πριν καν μιλήσουν. Στη συστημική βιβλιογραφία αυτό συνδέεται με τον όρο συναισθηματική συγχώνευση (enmeshment) (Minuchin, 1974), περιγράφοντας την κατάσταση όπου τα όρια μέσα στην οικογένεια είναι ασαφή, οι ρόλοι μπερδεμένοι και τα συναισθήματα των μελών υπερκαλύπτουν το ένα το άλλο, με αποτέλεσμα το άτομο να δυσκολεύεται να αναπτύξει ξεχωριστή ταυτότητα και αυτονομία. Στην ψυχοδυναμική θεωρία, συναντάμε αντίστοιχες έννοιες όπως η δυσκολία διαφοροποίησης από τις εσωτερικευμένες γονεϊκές φιγούρες, αυτό δηλαδή που ο Winnicott (1960) περιγράφει ως ανάγκη του παιδιού να αναπτύξει έναν «αληθινό εαυτό». Συχνά όμως, ο αληθινός μας εαυτός χάνει κάποια κομμάτια του μέσα στις ανάγκες των άλλων, κι έτσι, ως ενήλικες, ίσως δυσκολευόμαστε με τα όρια, βιώνουμε έντονη ενοχή ή μια αίσθηση ότι πάντα οφείλουμε κάτι στους άλλους.

Επιπλέον, κάποιοι γονείς, πιθανώς από άγχος, φόβο ή δικές τους ανικανοποίητες ανάγκες, χρησιμοποιούν κριτική, υπαινιγμούς ή έλεγχο, προκαλώντας ενοχές, κι επηρεάζοντας τις αποφάσεις των παιδιών τους. Η έρευνα έχει δείξει ότι ο ψυχολογικός έλεγχος σχετίζεται με χαμηλή αυτοεκτίμηση και δυσκολία αυτονομίας στην ενήλικη ζωή (Barber & Harmon, 2002). Από ψυχοδυναμική σκοπιά, συχνά πρόκειται για γονείς που δεν μπορούν εύκολα να αντέξουν πόσο διαφορετικό ή ξεχωριστό είναι το παιδί, και αντιδρούν όταν εκείνο προσπαθεί να διαφοροποιηθεί (Mahler, 1975).

Σε ορισμένες οικογένειες πάλι, το παιδί γίνεται το άτομο που στηρίζει τον γονέα, ακούγοντας τα προβλήματά του ή προσπαθώντας να κρατήσει τη συνοχή της οικογένειας. Αυτό είναι το γνωστό parentification (Jurkovic, 1997), δηλαδή η ανάληψη γονικού ρόλου από το παιδί. Σε ψυχαναλυτικούς όρους, συχνά πρόκειται για μια αντιστροφή ρόλων που εμποδίζει τη φυσική ανάπτυξη του παιδιού και δημιουργεί έναν πρόωρα ώριμο ενήλικα, ο οποίος αργότερα ίσως δυσκολεύεται να ζητήσει φροντίδα, να αφήσει άλλους να τον στηρίξουν ή να αναγνωρίσει τις δικές του ανάγκες.

Στην καθημερινότητα, όλα αυτά μπορεί να εμφανίζονται με τρόπους που μας μπερδεύουν ή μας κουράζουν χωρίς να το καταλαβαίνουμε αμέσως. Ίσως νιώθουμε ενοχές κάθε φορά που προσπαθούμε να θέσουμε ένα όριο, ακόμη κι αν είναι κάτι μικρό. Ίσως φοβόμαστε μήπως δυσαρεστήσουμε ή απογοητεύσουμε τους γονείς μας, αποφεύγοντας τις συγκρούσεις με κάθε κόστος. Μπορεί επίσης να ακούμε σχόλια που παρουσιάζονται ως καλοπροαίρετα, αλλά μέσα μας μας πληγώνουν. Συχνά νιώθουμε την ανάγκη να απαντάμε άμεσα σε κάθε μήνυμα ή κλήση, σαν να οφείλουμε πάντα να είμαστε διαθέσιμοι. Άλλες φορές η άποψή τους μπορεί να επηρεάζει έντονα τη δική μας αυτοπεποίθηση, ή να υπάρχει μια μόνιμη αίσθηση υποχρέωσης, σαν ένα εσωτερικό χρέος που δεν ξέρουμε ακριβώς από πού ξεκινά. Αυτές οι εμπειρίες δεν είναι υπερευαισθησία ούτε υπερβολή. Έρχονται από χρόνιες δυναμικές που συχνά ξεκίνησαν πολύ πριν μάθουμε να τις αναγνωρίζουμε και να τις ονοματίζουμε.

Μικρά βήματα

Όταν αρχίζουμε να σκεφτόμαστε μικρές αλλαγές στη σχέση μας με τους γονείς, δεν ψάχνουμε για μαγικές λύσεις, αλλά για σταθερά, ήρεμα βήματα που δημιουργούν λίγο περισσότερο χώρο σε εμάς να αναπνεύσουμε και να νιώσουμε μία ελευθερία. Τα όρια είναι από τα πιο σημαντικά σημεία. Δεν μιλάμε για κάτι επιθετικό ή απότομο, αλλά για μια ήρεμη υπενθύμιση προς τον εαυτό μας και τους άλλους ότι έχουμε δικαίωμα να προστατεύουμε τον χρόνο, την ενέργεια και τα θέλω μας. Μπορούμε να ξεκινήσουμε με πολύ απλές φράσεις, όπως «Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, θα σε καλέσω αργότερα», «Θέλω λίγο χρόνο να το σκεφτώ» ή «Αυτό το θέμα θέλω να το χειριστώ μόνη/ος μου». Τα πιο ουσιαστικά όρια είναι εκείνα που εφαρμόζονται με σταθερότητα, συνέπεια, ηρεμία και σεβασμό, πρώτα προς εμάς, και ύστερα προς τη σχέση.

Ένα δεύτερο, πολύ ουσιαστικό βήμα είναι να αναρωτηθούμε αν αυτό που νιώθουμε τώρα είναι δικό μας, ή προσπαθούμε να κρατήσουμε κάποιον άλλον ήρεμο. Αυτός ο διαχωρισμός μας βοηθά να δούμε πότε ενεργοποιείται ένα παλιό, εσωτερικευμένο μοτίβο σχέσης, μια παλιά εσωτερική φωνή ή ένας ρόλος που μάθαμε κάποτε και συνεχίζουμε ασυνείδητα να κουβαλάμε (Freud, 1917· Kernberg, 1975). Όταν κάνουμε αυτή τη διάκριση, αρχίζουμε να βλέπουμε τι κουβαλάμε που δεν είναι δικό μας και σιγά σιγά να επιστρέφουμε στον εαυτό μας.

Ένα τρίτο βήμα είναι να μάθουμε να κρατάμε απόσταση χωρίς να δημιουργούμε ρήξη. Δεν χρειάζεται απαραίτητα να απομακρυνθούμε πλήρως, αλλά να ρυθμίσουμε τον τρόπο που σχετιζόμαστε για να μας προστατεύσουμε. Μπορούμε να επιλέξουμε αλλαγές όπως μικρότερη συχνότητα επαφής, συγκεκριμένες ώρες επικοινωνίας, πιο ουδέτερα θέματα συζήτησης ή όρια σε όσα μοιραζόμαστε προσωπικά. Αυτή η απόσταση δεν σημαίνει απαραίτητα απόρριψη. Αν επικοινωνηθεί και τηρηθεί με σεβασμό, μπορεί να αποτελέσει μια πράξη φροντίδας για εμάς και τη σχέση, και να μας επιτρέψει να βρούμε μια ισορροπία που λειτουργεί καλύτερα.

Πότε η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει;

Οι σχέσεις με τους γονείς αγγίζουν βαθιά στρώματα της ψυχής: την αίσθηση ασφάλειας, την αυτοεκτίμηση, την ταυτότητα, την ικανότητά μας να σχετιζόμαστε. Αυτά δεν αλλάζουν μόνο με σκέψη, αλλά χρειάζονται χώρο, χρόνο και μια σχέση ασφάλειας που επιτρέπει να τα δούμε με μεγαλύτερη κατανόηση.

Στην ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία εργαζόμαστε μαζί για να αναγνωρίσουμε τα μοτίβα που επαναλαμβάνονται στη σχέση μας με τους γονείς, να δούμε πώς οι πρώιμες εμπειρίες συνεχίζουν να ζουν μέσα μας ακόμη και σήμερα, και να ξεχωρίσουμε τη δική μας φωνή από τις εσωτερικευμένες φωνές των γονιών μας. Μαθαίνουμε να βάζουμε όρια με σταθερότητα, να αναπτύσσουμε έναν πιο σταθερό και αληθινό εαυτό και να επαναδιαμορφώσουμε τη σχέση με τους γονείς, ώστε να γίνει πιο λειτουργική. Για πολλούς ανθρώπους η θεραπεία γίνεται ένας χώρος όπου μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά, χωρίς φόβο, ντροπή και ενοχή για όσα πουν.

Αν νιώθετε ότι η σχέση με τους γονείς σας εξαντλεί ή σας μπερδεύει, δεν χρειάζεται να το περάσετε μόνοι. Μπορούμε να το δουλέψουμε μαζί, με ηρεμία, ζεστασιά και σεβασμό προς τη σχέση, ώστε να γίνει πιο υγιής, πιο ανθρώπινη και ισορροπημένη.

Βιβλιογραφία

Barber, B. K., & Harmon, E. L. (2002). Violating the self: Parental psychological control of children and adolescents. In B. K. Barber (Ed.), Intrusive parenting (pp. 15–52). APA.

Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. Basic Books.

Bowen, M. (1978). Family therapy in clinical practice. Jason Aronson.

Forward, S., & Frazier, C. (2001). Emotional blackmail. HarperCollins.

Freud, S. (1917). Introductory lectures on psychoanalysis. Standard Edition, Vol. 16. Hogarth Press.

Jurkovic, G. J. (1997). Lost childhoods: The plight of the parentified child. Brunner/Mazel.

Kernberg, O. (1975). Borderline conditions and pathological narcissism. Jason Aronson.

Mahler, M., Pine, F., & Bergman, A. (1975). The psychological birth of the human infant. Basic Books.

Minuchin, S. (1974). Families and family therapy. Harvard University Press.

Winnicott, D. W. (1960). Ego distortion in terms of true and false self. In The maturational processes and the facilitating environment (1965). International Universities Press.